Τι
είναι η Λύσσα;
Η
λύσσα είναι ένα λοιμώδες μεταδοτικό νόσημα,
το οποίο προκαλείται από τον ραβδοϊό της λύσσας (γένος Lyssavirus)
και προσβάλλει όλα τα είδη των θηλαστικών. Αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την δημόσια υγεία, γιατί προκαλεί θανατηφόρο εγκεφαλίτιδα στον άνθρωπο.
το οποίο προκαλείται από τον ραβδοϊό της λύσσας (γένος Lyssavirus)
και προσβάλλει όλα τα είδη των θηλαστικών. Αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την δημόσια υγεία, γιατί προκαλεί θανατηφόρο εγκεφαλίτιδα στον άνθρωπο.
Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 55.000 θάνατοι ανθρώπων κάθε
χρόνο από λύσσα σε όλο τον κόσμο, με 31.000 στην Ασία περίπου και 24.000 στην
Αφρική. Εν τούτοις, στην Αμερική και την
Ευρώπη τα περιστατικά θανάτων ανθρώπων από Λύσσα είναι ελάχιστα. Η Ινδία έχει
αναφερθεί ότι έχει το υψηλότερο ποσοστό της ανθρώπινης λύσσας στον κόσμο,
κυρίως λόγω των αδέσποτων σκύλων. Από το 2007, το Βιετνάμ είχε το δεύτερο
υψηλότερο ποσοστό, ακολουθούμενη από την Ταϊλάνδη. Σε αυτές τις χώρες ο ιός
μεταδίδεται πάρα πολύ κυρίως από τα αδέσποτα άρρωστα σκυλιά και άλλα άγρια
κυνοειδή. Πρόσφατες εκθέσεις δείχνουν ότι τα άγρια άρρωστα σκυλιά
συμπεριφέρονται λυσσαλέα όταν περιφέρονται στους δρόμους. Στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, ορισμένα
ζώα που λέγονται μεφίτιδες (Skunk), όπως επίσης τα Ρακούν και τα Κογιότ, είναι
οι κύριοι φορείς της λύσσας.
Η Ελλάδα ήτανε από το 1987 “ελεύθερη λύσσας”, λόγω της
διενέργειας εμβολιασμών στα ζώα συντροφιάς. Ωστόσο, το 2011 επιβεβαιώθηκαν
πρώτη φορά στην χώρα μας θετικά κρούσματα λύσσας από το Εθνικό Εργαστήριο
Αναφοράς για την λύσσα και συνεχίζουν να επιβεβαιώνονται συνέχεια εν έτη 2014.
Ο ιός της λύσσας εντοπίζεται στο νευρικό σύστημα και στους
σιελογόνους αδένες των άρρωστων ή μολυσμένων ζώων και μεταδίδεται με το σάλιο,
όταν ένα άρρωστο ή μολυσμένο ζώο δαγκώσει τον άνθρωπο ή κάποιο θηλαστικό.
Εφόσον ο ιός εισέλθει σε έναν υγιή οργανισμό, κινείται μέσω των περιφερικών
νεύρων κεντρομόλα, δηλαδή με κατεύθυνση κεντρικά, και φθάνει στον εγκέφαλο και
νωτιαίο μυελό και κατόπιν κινείται φυγόκεντρα προς τους σιελογόνους αδένες. Από
την στιγμή της προσβολής μέχρι τη στιγμή που θα αρχίσει η εκδήλωση των
συμπτωμάτων της νόσου μεσολαβεί μια περίοδος όπου ο ιός αναπαράγεται στον
προσβεβλημένο οργανισμό (περίοδος επώασης) και η οποία κυμαίνεται συνήθως από 2
ως 8 εβδομάδες. Η απέκκριση του ιού με το σάλιο σε κάθε περίπτωση ξεκινάει λίγο
πριν την εμφάνιση των νευρικών συμπτωμάτων της νόσου και διαρκεί μέχρι τον
θάνατο του προσβεβλημένου οργανισμού (συνήθως 3-10 ημέρες).
Η λύσσα είναι δυνατόν να προσβάλλει
όλα τα θηλαστικά. Οι σκύλοι και γάτες έχουν μικρό χρονικό διάστημα λανθάνουσας
μόλυνσης με τη δυνατότητα να μεταδώσουν τον ιό πριν εκδηλώσουν κλινικά
συμπτώματα χαρακτηριστικά της λύσσας. Όταν το ζώο αρρωστήσει, εμφανίζει έκδηλα
νευρολογικά συμπτώματα και αλλαγή της συμπεριφοράς που συνήθως εύκολα γίνονται
αντιληπτά.
Ενδεικτικά αναφέρονται τα συμπτώματα της λύσσας στον
σκύλο. Στο πρόδρομο στάδιο/ μανιακή
μορφή αναφέρεται αλλαγή της συμπεριφοράς, ο σκύλος παρουσιάζει νευρικότητα και
περιφέρεται ανήσυχος χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, τρομάζει με το παραμικρό.
Επιπλέον, το ζώο είναι ανόρεχτο και παρουσιάζει ερεθισμό στο σημείο που
δαγκώθηκε (συνήθως το δαγκώνει με μανία), στη συνέχεια το ζώο γίνεται πολύ
επιθετικό και δαγκώνει στην κυριολεξία ότι βρεθεί μπροστά του, αντικείμενα,
αλλά και ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου του αφεντικού του αλλά και του ιδίου
προκαλώντας σοβαρούς αυτοτραυματισμούς. Από το στόμα του ζώου τρέχουν άφθονα
σάλια που αδυνατεί να τα καταπιεί λόγω σπασμού των μυών της κατάποσης. Λόγω παράλυσης των φωνητικών χορδών, το
γάβγισμα του αλλάζει και μεταβάλλεται σε βραχνό και τραχύ ουρλιαχτό. Έπειτα
ακολουθούν γενικευμένοι σπασμοί και μυϊκή αταξία. Στην παραλυτική μορφή
εμφανίζεται παράλυση του τραχήλου και των μυών της κατάποσης που συνοδεύεται με
άφθονη σιαλόρροια. Πολλοί ιδιοκτήτες πιστεύουν ότι ο σκύλος τους κατάπιε κάποιο
κόκκαλο και προσπαθούν να το βγάλουν για να βοηθήσουν τον σκύλο, εκθέτοντας τον
εαυτό τους σε μόλυνση. Τέλος, παρατηρείται παράλυση άκρων, γενικευμένη παράλυση
και θάνατος.
Η διάγνωση γίνεται αρχικά από την
κλινική εικόνα, αλλά επιβεβαιώνεται μόνο με εργαστηριακή απομόνωση του ιού της
λύσσας από τον εγκέφαλο των μολυσμένων ζώων. Η εργαστηριακή διάγνωση της λύσσας
στην Ελλάδα πραγματοποιείται στο Εργαστήριο Ιολογίας του Ινστιτούτου Λοιμωδών
και Παρασιτικών Νοσημάτων του Κέντρου Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών του
Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης
(Νεαπόλεως 25-Αθήνα), το οποίο
αποτελεί και το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς
για τη Λύσσα.
Ως γνωστόν θεραπεία για την λύσσα, όπως
και σε άλλα ιογενή νοσήματα δεν υπάρχει. Σε περίπτωση, όμως, που ένα ζώο
προσβληθεί ή είναι λυσσύποπτο, συλλαμβάνεται και απομονώνεται από
εξουσιοδοτημένο και εκπαιδευμένο για το σκοπό αυτό προσωπικό, για 15 μέρες,
εξετάζεται από κτηνίατρο και στην περίπτωση που δεν εκδηλώσει συμπτώματα λύσσας
εμβολιάζεται κατά της λύσσας, εάν δεν είναι ήδη εμβολιασμένο και αφήνεται
ελεύθερο. Στην περίπτωση που η σύλληψη και απομόνωση του ζώου δεν είναι δυνατή,
αυτό θανατώνεται υποχρεωτικά.
Η πρόληψη της Λύσσας είναι
αρχικά η εξάλειψη της νόσου από τα ζώα φορείς και κυρίως από τα σκυλιά και τις
αλεπούδες (στην Ελλάδα) και στα σκυλιά, αλεπούδες, ρακούν, κογιότ σε άλλες
χώρες. Η πρόληψη γίνεται με αντιλυσσικό εμβόλιο ζώων χορηγούμενο είτε άμεσα στο
ζώο από κτηνίατρο είτε με δολώματα στη φύση. Πέραν αυτού η φροντίδα εκ μέρους
των Δήμων στο θέμα των αδέσποτων σκύλων είναι πρωταρχικής σημασίας. Η νομοθεσία
είναι πλέον επαρκής και σαφέστατη και προστατεύει τόσο τα δικαιώματα των σκύλων
και των φιλόζωων, όσο και των άλλων πολιτών.
Η θεραπεία της Λύσσας στον άνθρωπο είναι
πρωτογενής και δευτερογενής: Η πρωτογενής γίνεται αμέσως μόλις δαγκώσει το ζώο
άνθρωπο. Χρειάζεται άμεσα καθαρισμός του τραύματος από το δήγμα του ζώου, και
χορήγηση αντιλυσσικού εμβολίου (Rabies Vaccine) για ανθρώπους και αντιλυσσικού
ορού (αντιλυσσική υπεράνοση σφαιρίνη, Antirabies Immune Globulin). Παράλληλα
ελέγχεται το ζώο και παρακολουθείται. Στην περίπτωση που ο δαγκωθείς άνθρωπος
ασθενήσει, τα πράγματα είναι δύσκολα. Φάρμακο ιοστατικό που να σκοτώνει τον ιό
της Λύσσας δεν είναι διαθέσιμο. Ο ασθενής χρειάζεται μονάδα εντατικής θεραπείας
και άμεση έναρξη θεραπείας. Εάν υπάρξει υποψία έκθεσης στον ιό της λύσσας,
ακόμα και αυτοί που έχουν εμβολιαστεί θα πρέπει, μετά την έκθεσή τους, να
κάνουν μια περιορισμένη σειρά πρόσθετων ενέσεων αντιλυσσικού εμβολίου. Αυτοί
που δεν έχουν εμβολιαστεί πριν από την έκθεσή τους στον ιό θα πρέπει, εφόσον
εκτεθούν, να υποβληθούν σε μακρύτερης διάρκειας θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει
ενέσεις αντιλυσσικού εμβολίου και αντιλυσσικής υπεράνοσης σφαιρίνης.
Γράφει η Σέλτσα Κ. Τζένη
Κτηνίατρος, MSc Χειρουργικής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου